φαφλατάρω

φαφλατάρω
αμετ. болтать попусту; трепаться (прост.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "φαφλατάρω" в других словарях:

  • φαφλατάρω — και φαφλατίζω φαφλατάρισα, αμτβ., φλυαρώ, μωρολογώ, γλωσσοκοπανώ: Είναι φλύαρος και φαφλατάρει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φαφλατάρω — Ν [φαφλατάς] φλυαρώ …   Dictionary of Greek

  • φαφλατάρισμα — το, Ν [φαφλατάρω] φαφλατιά, φλυαρία …   Dictionary of Greek

  • φαφλατίζω — Ν φαφλατάρω, φλυαρώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. ονοματοποιημένη λ. από τον ήχο τής φλυαρίας (βλ. και λ. φαφλατάς)] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»